«Ενός λεπτού βροχή»

Ίρις Κρητικού, 2005

«Αλλά πριν σταθεί, είδαμε ένα πλήθος ανθρώπους να ανοίγεται και να σκορπίζει»
Ελίας Κανέτι, “Οι φωνές του Μαρρακές”, (εκδ. Libro).

 

Εγκαταλείποντας τα εξοχικά φαιόχρωμα τοπία – τους πέτρινους ελαιώνες και τα σταροχώραφα των προηγουμένων της περιπλανήσεων, η Δάφνη Αγγελίδου εισέρχεται στον υγρό χειμώνα μιας ανώνυμης πόλης. Περιηγούμενη στις ζωγραφικές επιφάνειες και συχνά επικαλούμενη το ψηφιδωτό, εστιάζει στην περίκλειστη ανθρώπινη παρουσία που κατοικεί εντός τους, και εξερευνά τυχαία σημεία συνάντησης στις παρυφές διασταυρούμενων δρόμων. Καταγράφοντας το απρόοπτο, αποκαλύπτει το ρευστό συνεκτικό ιστό των τυχαίων συναθροίσεων, τα φευγαλέα ίχνη της επαφής ενός βιαστικού πλήθους, λίγο προτού η βοή του κόσμου τα συμπαρασύρει για πάντα.

Στις τεμνόμενες διαβάσεις της Αγγελίδου, συνωστίζονται τώρα περαστικοί με γκρί­ζα ομοιόμορφα ενδύματα. Μοναδική ζωηρή προσθήκη στην ηθελημένη μονοχρωμία, οι πολύχρωμες ομπρέλες που προφυλάσσουν από μια ξαφνική αόρατη βροχή. Κα­θώς το νερό κυλά, μαντεύουμε τα πανωφόρια να μουσκεύουν γοργά, το βήμα να γί­νεται ταχύτερο.

Η αίσθηση ενός επιταχυνόμενου ρυθμού – μιας νωπής χορογραφίας δρόμου που αρθρώνεται και συγχρονίζεται από την κίνηση των βουβών περαστικών, θυμίζοντας αμυδρά μια χορευτική πράξη της Πίνα Μπάους, επιτυγχάνεται με την ύπαρξη μιας σθεναρής φυγόκεντρης δύναμης που ορίζει και οργανώνει τον ζωγραφικό καμβά. Ακόμη και όταν η κίνηση αυτή ανατρέπεται από την αναγκαστική στάση μπροστά στην απαγορευτική σήμανση μιας διάβασης, ο ρυθμός δεν εγκαταλείπεται. Οι φιγούρες ορθώνονται ανυπόμονες. Το βήμα, μετέωρο, περιμένει την επόμενη στιγμή. Οι συνθήκες ευνοούν τη σιωπή και απομακρύνουν την πιθανότητα της ανταλλαγής κάποιον λέξεων, ακόμη και όταν οι διαβάτες εφάπτονται.

Ο ρυθμός αυτός διαγράφεται ακόμη πιο έντονα στα ψηφιδωτά με την ίδια θεματική που συμπληρώνουν την ενότητα των διαβάσεων. Οι ομπρέλες εδώ, παρά την εγγενή δυσκολία του εγχειρήματος, συχνά μετατρέπονται σε ανάλαφρο συνεχιζόμενο μοτίβο που θυμίζει ανεπαίσθητα πολύχρωμο φυτικό πλοχμό. Η ύλη και η τεχνική, παρά τη σύγχρονη και αφαιρετική διαπραγμάτευσή τους, μαρτυρούν εκλεκτικές συγγένειες με τον πρωτοβυζαντινό ψηφιδωτό διάκοσμο – τους πυκνοκατοικημέ­νους κάμπους και τις διακοσμητικές ταινίες των τοπίων της Ραβέννας.

Οι ομπρέλες είναι ένα σύμβολο επαναλαμβανόμενο στο έργο της Αγγελίδου. Από το 1986 που τις χρησιμοποίησε σποραδικά για πρώτη φορά, έως τις μονόχρωμες ομπρέλες της Art Athina του 2000 που οδήγησαν στην οργάνωση ενός προσωπικού ρυθμού, σημειολογικά παραπέμπουν σε σύμβολα προστασίας – όπως και τα ερμητικά κουμπωμένα πανωφόρια αυτής της ενότητας. H εξασφάλιση μιας στε­γανής προστασίας ωστόσο, συνεπάγεται την απομόνωση. Το δίλημμα τίθεται στο θεατή: εκείνος, που αργά ή γρήγορα θα τραπεί στο διαβάτη των έργων, καλείται να αποφασίσει για αυτό που τον περιμένει – μετά την επιτάχυνση του βήματος.

Οι ομπρέλες της Αγγελίδου – πέρα από την προστασία που παρέχουν, συντονίζουν κατά κάποιο τρόπο το ασύνδετο πλήθος, οριοθετούν έναν άτυπο ανθρώπινο πυρήνα που κατορθώνει να υφίσταται, παρά την προσωπική απομόνωση του κάθε μέλους του. Στα τωρινά όμως έργα, η τολμηρή προσθήκη του εντόνου και διαφορετικού κάθε φορά χρώματος στις ομπρέλες, επισημαίνει ενδεχομένως και τη διαφορετι­κότητα εκείνων που καλύπτονται κάτω από αυτές. Το αν η διαφορετικότητα αυτή μπορεί να αξιολογηθεί ως δεδομένο αισιόδοξο, εάν θα σταθεί ικανή να κάμψει την επίπεδη ύπαρξη μιας άτονης καθημερινότητας και να διαφυλαχθεί χωρίς να οδη­γήσει στην απόλυτη αποξένωση από μια ομοιογενή και χωρίς εξάρσεις ομάδα, στην οποία ωστόσο το ανήκαν είναι συχνά ανακουφιστικό, μένει να το αποφασίσει ο ίδιος ο θεατής. Ως τότε, η «βροχή, βροχή» – θα «εξακολουθεί / πάντα ραγδαία να βρέχει».[1]

Ίρις Κρητικού
Ιανουάριος 2005

 

 

1. Κ.Π. Καβάφης. «Βροχή»